Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Σκέψεις και παρατηρήσεις για το αναζωογονημένο φαινόμενο του Νεοναζισμού


Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται. Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις».ι

Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες. Πρόσφατη περίπτωση ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους. (Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης). Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους). Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων.

Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.


Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται. Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια. Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

του Μάνου Χατζιδάκι



Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ
Κείμενα για τη γλώσσα και τα λεξικά

Προκλητικές ορθογραφίες λέξεων

   Πολλοί, μιλώντας για την «κακοδαιμονία» —όπως την χαρακτηρίζουν— τής σύγχρονης γλώσσας, τής δημοτικής, και συγχέοντας γλώσσα και ορθογραφία (πράγμα που είναι φυσικό για έναν μη ειδικό), αναφέρουν ως δείγματα αυτής τής «κακοδαιμονίας» ορισμένες αδιανόητες ή εξωφρενικές, όπως τις χαρακτηρίζουν, ορθογραφίες λέξεων. «Τώρα στη δημοτική», λέει ένας, «γράφουν το αφτί με φ και το αβγό με β. ΄Αντε να γράψεις σωστά!». «Εγώ είδα το εταιρεία με ει», λέει άλλος, «και το αλλοιώς που το μαθαίναμε στο σχολείο με -οι- το είδα αλλιώς με -ι-. Δεν ξέρω πια τι είναι σωστό και τι δεν είναι στη δημοτική!». Άλλος προσθέτει στη συζήτηση ως καινοφανές χαρακτηριστικό τής ορθογραφίας τής δημοτικής ότι είδε κάπου το παλιός με -ι- αντί τού παληός με -η- που μάθαινε στο σχολείο, το βρομώ με -ο- και το γλείφω με -ει- αντί για -υ-. «Εγώ», δηλώνει, «δεν ξέρω να γράψω τη δημοτική. Γράφω τις λέξεις όπως τις ήξερα στην καθαρεύουσα»! Τη χαριστική βολή στους απελπισμένους συνομιλητές δίνει ένας αρχιτέκτονας: «Αμ το κτήριοπου το γράφουν με -η-, ενώ το κτίζω γράφεται με -ι-; Ναι, όπως σας το λέω! ΄Ασε τοπιρούνι που το έχω δει με -ι- και το καλύτερος με -υ- αντί τού καλλίτερος που μαθαίναμε. Πρέπει να ξαναπάμε στο σχολείο, να μάθουμε να γράφουμε στη δημοτική»!
   Όλοι, ιδίως όσοι ασχολούμαστε επαγγελματικά με τη γλώσσα (γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, δάσκαλοι κ.ά.), ακούμε συχνά τέτοιες παρατηρήσεις-καταγγελίες, ο οποίες στηρίζονται σε μία πλάνη: ότι αυτές οι ορθογραφήσεις οφείλονται στην καθιέρωση τής νεοελληνικής ή δημοτικής. Πρόκειται για πλάνη, το επαναλαμβάνω, αφού η ορθογραφία δεν είναι ζήτημα δημοτικής και (παλιότερα) καθαρεύουσας, αλλά ζήτημα ετυμολογικής προέλευσης των λέξεων, αυτής που καθορίζει σε μια γλώσσα με ιστορική ορθογραφία όπως η Ελληνική και την ορθή γραφή κάθε λέξης. Στην Ελληνική δηλ., όπως και στις περισσότερες άλλες εθνικές γλώσσες (Αγγλική, Γαλλική, Γερμανική, Κινεζική, Ιαπωνική κ.ά.), γράφουμε τις λέξεις όχι ακριβώς όπως τις προφέρουμε σήμερα, άλλα όπως γράφονταν παραδοσιακά σύμφωνα με την ιστορία κάθε λέξης και την ορθογραφία της από τότε που εμφανίζεται στην ιστορία μιας γλώσσας. Στις περισσότερες περιπτώσεις η ιστορική ορθογραφία συμπίπτει με αυτό που ονομάζουμε ετυμολογία τής λέξης, δηλ. με «την αληθή προέλευσή της (έτυμος= αληθής). ΄Ετσι όταν ο ΄Αγγλος προφέρει «νάιτ» και γράφει knight «ιππότης», είναι γιατί γράφει τη λέξη με την ιστορική (και όχι τη φωνητική) ορθογραφία· την γράφει όπως προφερόταν παλιά (κνιχτ) στις γερμανικές γλώσσες σύμφωνα με την (ετυμολογική) προέλευσή της. Η ιστορική, λοιπόν, ορθογραφία, που ακολουθούμε και στην Ελληνική, είναι αυτή που υπαγορεύει να γράφουμε το ποιητικός με τρία διαφορετικά i (οι, η και ι), τοεπώνυμο με -ω- και -υ- (τα σύνθετα τής αρχαίας λέξης όνυμα, τύπου τής αρχαίας θεσσαλικής διαλέκτου, αντί τού αττικού όνομα, γράφονται με -ω- · πρβλ. συνώνυμος,ανώνυμος, διώνυμο κ.λπ.), το ιστορία με ι- (από το ίστωρ «γνώστης»· προέρχεται από το θέμα ιδ- τού ιδ-είν, που συνδέεται ετυμολογικά με το οίδα «γνωρίζω») κ.ο.κ.
   Αφού, λοιπόν, κύριο κριτήριο τής ορθογραφίας των λέξεων είναι η ιστορική, δηλ. η ετυμολογική τους προέλευση, η ορθογραφία μιας λέξης καθορίζεται από την ετυμολογία της όπως προσδιορίζεται από τους ειδικούς μελετητές τής ιστορίας τής γλώσσας (κανονικά από γλωσσολόγους τής ιστορικοσυγκριτικής, λεγόμενης, γλωσσολογίας, όπως ήταν παλιότερα ο Γ. Χατζιδάκις, (ο Γιάννης Ψυχάρης, ο Γ. Αναγνωστόπουλος, ο Β. Φάβης, ο Μ. Τριανταφυλλίδης, ο Ν. Ανδριώτης, ο Αγ. Τσοπανάκης, ο Γ. Κουρμούλης, ο Α. Γεωργακάς, ο σοφός Αδ. Κοραής, ο Αντ. Θαβώρης, οι κλασικοί φιλόλογοι Κ. Κόντος, Χ. Χαριτωνίδης, Ι. Κακριδής, Στ. Καψωμένος, οι βυζαντινολόγοι Φ. Κουκουλές, Εμμ. Κριαράς κ.ά.), ο αυτοδίδακτος Μένιος Φιλήντας κ.ά. Από αυτό φαίνεται, νομίζω, ότι η ορθογραφία μιας λέξης δεν είναι ζήτημα δημοτικής ή καθαρεύουσας, αλλά θέμα επιστημονικό, που συνδέεται με την ετυμολογία τής λέξης κατά τις επιταγές τής ιστορικής ορθογραφίας που εφαρμόζουμε στη γλώσσα μας. ΄Ετσι ό,τι φαίνεται να ξενίζει δεν είναι νεοτερισμός τής γλώσσας (πέρα από μερικές ορθογραφικές απλοποιήσεις που καθιερώθηκαν και από την καθαρεύουσα παλιότερα και, κυρίως, από τη γραμματική τής δημοτικής, όπως λ.χ. η ορθογραφία των -ότερος/-ότατος με -ο- σε όλες τις περιπτώσεις) αλλά προϊόν επιστημονικής διδασκαλίας. Και χρωστάμε πολλά και στους επιστήμονες που εργάστηκαν στον χώρο τής ετυμολογίας —σήμερα οι περισσότεροι γλωσσολόγοι έχουν στρέψει αλλού τα ερευνητικά τους ενδιαφέροντα— και, πολύ περισσότερα, στον αείμνηστο καθηγητή τής Γλωσσολογίας Νικόλαο Ανδριώτη, τού οποίου το «Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» (έκδ. Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη), όπου κωδικοποιούνται κριτικά οι ετυμολογήσεις και οι ορθογραφίες των λέξεων που προκύπτουν από αυτές, αποτελεί πολύτιμο βοήθημα.
   Ας έλθουμε σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Το αβγό (όπως έδειξαν ο Χατζιδάκις και ο Τριανταφυλλίδης), έχοντας τους φθόγγους βγ από φωνητική εξέλιξη, γράφεται κανονικά με -β- (τα ωά > ταουα > ταγουά > ταουγά > ταβγά > τ' αβγό). Όμοια και το αφτί (τα ωτία > ταουτία > ταφτία > τ' αφτί). Το αβγό δηλ., συνδεόμενο με την αρχ. λ. ωόν, και το αφτί, συνδεόμενο με την αρχ. λ. ωτίον (υποκοριστικό τού ους, ωτός), δεν δικαιολογούν αντιστοίχως γραφές με αυ (αυγό) και αυ (αυτί). Το αλλιώς έδειξε ο Στ. Ψάλτης ότι προέρχεται από το μεσαιωνικό αλλιώς, (στο οποίο μεταβλήθηκε με συνίζηση το επίρρ.αλλέως από επίθ. αλλέος, παράλληλο τού άλλος) και όχι από το επίθ. αλλοίος, που θα δικαιολογούσε τη γραφή αλλοιώς. Το παλιός γράφεται με ι, γιατί δεν είναι άλλο από το αρχ. παλαιός όπου το / e / (αι) συμπροφέρθηκε ως ι με το τονούμενο φωνήεν που ακολουθεί. Δεν πρόκειται δηλ. για τροπή τού αι σε η, όπως νόμιζαν παλιά και έγραφανπαληός, προτού η γλωσσολογία διδάξει ότι όταν έγινε η συμπροφορά (συνίζηση) τού αι σε ι σε νεότερους χρόνους ούτε το αι ήταν δίφθογγος (έγινε e ήδη στην αρχαία) ούτε το η ήταν μακρό! (έγινε παντού ι, «ιωτακίστηκε» όπως λέμε, στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες). Το ίδιο ισχύει και για το ελιά (από το ελαία), που παλιότερα γράφτηκε εσφαλμένα με -η- εληά (πρβλ. και μηλεά> μηλιά, νέος> νιός, πανωραία> πανώρια κ.λπ.). Το εταιρείαγράφεται σωστά με -ει- ως θηλ. (εταιρεία) τού αρχ. επιθέτου εταιρείος και όχι ως παράγωγο τού εταίρος, οπότε θα ήταν εταιρία (για θηλυκά από επίθετα πρβλ. φίλιος- φιλία, πλατύς- πλατεία κ.ά.). Το βρομώ γράφεται με -ο-, γιατί ο Χατζιδάκις έδειξε ότι παράγεται από το αρχ. βρομώ «κάνω κρότο» (επειδή ορισμένοι χαρακτηριστικοί κρότοι ακολουθούνται από δυσοσμία) και όχι από το βρώμα «φαγητό», γιατί τότε θα είναι βρωματίζω (πρβλ. χρώμα- χρωματίζω, θρύμμα- θρυμματίζω κ.λπ.). Το γλείφω γράφεται με -ει- (άλλο είναι το γλύφωμε -υ- απ' όπου το γλύπτης), γιατί παράγεται από το αρχ. εκλείχω (λείχω σημαίνει «γλείφω») με -φ- αντί -χ- κατά το αλείφω. Το κτήριο γράφεται με -η-, γιατί είναι από τοευκτήριον (οίκημα) «οίκος προσευχής». Το ρήμα κτίζω δεν μπορεί να δώσει παράγωγο σε -ριος που να δικαιολογεί γραφεί με -ι- (κτίριο), η δε παρετυμολογική σύνδεση ως εξήγηση θα αποτελούσε ερμηνευτικό τέχνασμα. Το πιρούνι γράφεται με -ι-, για να δηλωθεί με τον πιο απλό τρόπο η φωνητική τροπή τού -ε- (περόνη- περόνιον) σε -ι- (πιρούνι)· πρβλ. καιπιγούνι από μεσ. πουγούνι που προέρχεται από το αρχ. πωγώνιον, υποκορ. τού πώγων. Τοκαλύτερος γράφεται με -υ- (όχι καλλίτερος), γιατί σχηματίζεται κατά τη συγκριτική σε -ύτερος των επιθ. σε -ύς ( πλατύς- πλατύτερος, παχύς- παχύτερος, ταχύς- ταχύτερος κ.λπ. και καλός- καλύτερος, μεγάλος- μεγαλύτερος, πρώτος- πρωτύτερος/ πρωτύτερα, κοντά- κοντύτερα κ.τ.ό.).
   Απ' όσα είπαμε φαίνεται καθαρά ότι «προκλητικές ορθογραφίες» ελληνικών λέξεων, όπως αυτές που αναφέραμε, δεν είναι νεοτερισμοί τής δημοτικής αλλά επιστημονικές αποκαταστάσεις τής ορθής γραφής μέσω τής διαδικασίας τής ετυμολογίας. Και δεν χρειάζεται «να ξαναπάμε στο σχολείο» παρά να ανατρέχουμε συχνότερα σε έγκυρα λεξικά που περιέχουν τέτοιες πληροφορίες, όπως το τελευταίο (1995) έξοχο απόκτημα τής ελληνικής λεξικογραφίας, το «Νέο Ελληνικό Λεξικό» τού καθηγητή κ. Εμμ. Κριαρά, που είναι πολύτιμο βοήθημα και για τον πλούτο των ερμηνευμάτων του.

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 20 Ιουλίου 1997

(www.lexicon.gr)